PhOETRY ΙΙ - ΧΧΙΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ | POEMS

ΧΧΙΙ Poems for the OPEN CALL 2024

PhOETRY ΙΙ

ΧΧΙΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ | POEMS 

OPEN CALL - PhOETRY II

Οι φωτογράφοι καλούνται να αποστείλουν φωτογραφίες τους εμπνευσμένες από ποίηση που έχει θεματική τα ΠΑΡΑΘΥΡΑ. Η Ποίηση και η Φωτογραφία συνδιαλέγονται και επικοινωνούν, τέμνονται και συνυπάρχουν. Οι φωτογράφοι μπορούν να αφήσουν την φαντασία τους ελεύθερη, επιτρεπτή φωτογραφία έγχρωμη ή ασπρόμαυρη, επεξεργασία φωτογραφίας υψηλής τεχνικής επίσης επιτρεπτή. Πιό κάτω τα 22 ποιήματα από 17 ποιητές/ποιήτριες που θα χρησιμοποιηθούν για «διάλογο» με τη φωτογραφία. Κάθε φωτογράφος μπορεί να στείλει μόνο μέχρι 5 φωτογραφίες. Οι φωτογραφίες που θα σταλούν μπορεί να είναι εμπνευσμένες από ένα ή από περισσότερα από τα πιό κάτω ποιήματα.

Photographers are invited to send their photographs inspired by POETRY with this year's theme WINDOWS. Poetry and Photography interact and communicate, intersect and coexist. Photographers should let their imagination run wild, color or black and white photography is allowed, high tech photo editing also allowed. The 22 poems by 17 poets below, should be used for a "dialogue" with the photograph. The submitted photograph(s) can be inspired by one or more poems. Each photographer may only send up to 5 photos.


POETS

JOHANN WOLFGANG VON GOETHE 1749 - 1832 DE

CHARLES BAUDELAIRE 1821 - 1867 FR

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ / KONSTANTINOS KAVAFIS 1863 - 1933 GR

CHRISTIAN MORGENSTERN 1871 - 1914 GR

HERMANN HESSE 1877 - 1962 DE/CH

FERNANDO PESSOA 1888 - 1935 PT

ANNA ACHMATOWA 1889 - 1966 RU

HILDE DOMIN 1909 - 2006 DE/IL

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ / YANNIS RITSOS GR 1909 - 1990 GR

ANTONIA POZZI 1912 - 1938 IT

BRENDAN BEHAN 1923 - 1964 IE

ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ / CHRISTOS LASKARIS 1938 - 2008 GR

ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ-ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ / MONA SAVVIDOU-THEODOULOU CY

ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ / ELENA GEORGIOU CY

ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ / ROXANI NICOLAOU CY

ΔΑΦΝΗ ΝΙΚΗΤΑ / DAPHNE NIKITA CY

ΣΤΑΥΡΟΣ Ξ. ΠΕΤΡΟΥ / STAVROS X. PETROU CY


JOHANN WOLFGANG VON GOETHE

1. Gedichte sind gemalte Fensterscheiben!


Sieht man vom Markt in die Kirche hinein,

Da ist alles dunkel und düster;

Und so siehts auch der Herr Philister.

Der mag denn wohl verdrießlich sein

Und lebenslang verdrießlich bleiben.

Kommt aber nur einmal herein,

Begrüßt die heilige Kapelle!

Da ists auf einmal farbig helle,

Geschicht und Zierrat glänzt in Schnelle,

Bedeutend wirkt ein edler Schein.

Dies wird euch Kindern Gottes taugen,

Erbaut euch und ergötzt die Augen!

Poems are painted window panes!


If one looks from the square into the church,

Dusk and dimness are his gains —

Sir Philistine is left in the lurch!

The sight, so seen, may well enrage him,

Nor anything henceforth assuage him.

But come just inside what conceals;

Cross the holy threshold quite —

All at once 'tis rainbow-bright,

Device and story flash to light,

A gracious splendour truth reveals.

This to God's children is full measure,

It edifies and gives you pleasure!


CHARLES BAUDELAIRE

2. LES FENÊTRES

Celui qui regarde du dehors à travers une fenêtre ouverte, ne voit jamais autant de choses que celui qui regarde une fenêtre fermée.

Il n'est pas d'objet plus profond, plus mystérieux, plus fécond, plus ténébreux, plus éblouissant qu'une fenêtre éclairée d'une chandelle.

Ce qu'on peut voir au soleil est toujours moins intéressant que ce qui se passe derrière une vitre. Dans ce trou noir ou lumineux vit la vie, rêve la vie, souffre la vie.

Par delà des vagues de toits, j'aperçois une femme mûre, ridée déjà, pauvre, toujours penchée sur quelque chose, et qui ne sort jamais.

Avec son visage, avec son vêtement, avec son geste, avec Presque rien, j'ai refait l'histoire de cette femme, ou plutôt sa légende, et quelquefois je me la raconte à moi-même en pleurant.

Si c'eût été un pauvre vieux homme, j'aurais refait la sienne tout aussi aisément.

Et je me couche, fier d'avoir vécu et souffert dans d'autres que moi-même.

Peut-être me direz-vous : « Es-tu sûr que cette légende soit la vraie ? »

Qu'importe ce que peut être la réalité placée hors de moi, si elle m'a aidé à vivre, à sentir que je suis et ce que je suis?

WINDOWS

He who looks outside from an open window never sees as many things as he who looks at a closed window.

There is nothing more profound, more mysterious, more fruitful, more shadowy, more dazzling than a window lit by a single candle.

What one can see out in the sunlight is always less interesting than what happens behind a windowpane.

In that black or luminous square life lives, life dreams, life suffers.

Beyond the waves of roofs I can see a middle-aged woman, her face already lined, poor, who is forever bending over something and who never goes out.

Out of her face, her dress, and her gestures, out of practically nothing at all, I have made up this woman's story, or rather legend, and sometimes I tell it to myself and weep.

If it had been a poor old man, I could have remade his story just as easily.

And then I go to sleep, proud to have lived and suffered in someone else than myself.

Perhaps you will say "Are you sure that this story is the real one?"

But what does it matter what reality dwells outside myself, if the story helps me live, helps me feel that I am and what I am?


ΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

Αυτός που απ' έξω κοιτάζει μέσα σε ένα ανοιχτό παράθυρο δεν βλέπει ποτέ τόσα όσα εκείνος που κοιτάζει ένα παράθυρο κλειστό.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο βαθύ, πιο μυστηριώδες, πιο γόνιμο, πιο σκοτεινό, πιο εκθαμβωτικό από ένα παράθυρο που το φωτίζει ένα κερί.

Αυτό που μπορούμε να δούμε στο φως του ήλιου είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον από αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι.

Μέσα σε αυτό το σκοτεινό ή φωτεινό άνοιγμα ζει η ζωή, ονειρεύεται η ζωή, υποφέρει η ζωή.

Πέρα από τις κυματιστές στέγες, διακρίνω μια γυναίκα ώριμη, ήδη ρυτιδωμένη, φτωχή, πάντα σκυμμένη σε κάτι, και η οποία δεν βγαίνει ποτέ.

Με το πρόσωπό της, με το ρούχο της, με τη χειρονομία της, σχεδόν με τίποτα, ξανάπλασα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον το θρύλο της, και καμιά φορά την λέω στον εαυτό μου κλαίγοντας.

Αν ήταν ένας φτωχός γέρος θα 'πλαθα και την δική του με την ίδια άνεση.

Και πλαγιάζω περήφανος που έζησα και υπέφερα μέσα σε άλλους παρά μέσα μου.

Ίσως μου πείτε: «Είσαι σίγουρος ότι αυτός ο θρύλος είναι ο αληθινός;»

Τι σημασία έχει ποιά μπορεί να είναι η πραγματικότητα έξω από μένα, αν με βοήθησε να ζήσω, να αισθανθώ ότι υπάρχω και αυτό που είμαι;




ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ / KONSTANTINOS KAVAFIS

3. Τα Παράθυρα

Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ

μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ

για νά 'βρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει

ένα παράθυρο θά 'ναι παρηγορία.—

Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ

να τά 'βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.

Ίσως το φως θά 'ναι μια νέα τυραννία.

Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

The Windows


In these darkened rooms, where I spend

oppresive days, I pace to and fro

to find the windows. -- When a window

opens, it will be a consolation. –

But the windows cannot be found, or I cannot

find them. And maybe it is best that I do not find them.

Maybe the light will be a new torment.

Who knows what new things it will reveal.


CHRISTIAN MORGENSTERN

4. Aus stillen Fenstern


Wie oft wirst du gesehn

aus stillen Fenstern,

von denen du nichts weißt…

Durch wie viel Menschengeist

magst du gespenstern,

nur so im Gehn…

Silent Windows


How often are you seen

out of silent windows,

you do not know about ...

Through how many men spirit

may you haunt,

just walking the scene ...


HERMANN HESSE

5. Flötenspiel


Ein Haus bei Nacht durch Strauch und Baum

Ein Fenster leise schimmern ließ,

Und dort im unsichtbaren Raum

Ein Flötenspieler stand und blies.

Es war ein Lied so altbekannt,

Es floss so gütig in die Nacht,

Als wäre Heimat jedes Land,

als wäre jeder Weg vollbracht.

Es war der Welt geheimer Sinn

In seinem Atem offenbart,

Und willig gab das Herz sich hin

Und alle Zeit ward Gegenwart.

The playing of a flute


Through bushes and trees, a house at night

Quietly let a window shimmer,

And there in the invisible room

A flautist stood and blew his flute.

It was a song so well known,

It flowed so graciously into the night,

As if every land were a homeland,

As if [travel on] every road had been completed.

The world's secret spirit was

Revealed in his breath,

And my heart willingly gave itself over

And all time became the present.


FERNANDO PESSOA

6.

Não basta abrir a janela

Para ver os campos e o rio.

Não é bastante não ser cego

Para ver as árvores e as flores.

É preciso também não ter filosofia nenhuma.

Com filosofia não há árvores: há ideias/ idéas apenas.

Há só cada um de nós, como uma cave.

Há só uma janela fechada, e todo o mundo lá fora;

E um sonho do que se poderia ver se a janela se abrisse,

Que nunca é o que se vê quando se abre a janela.


Δεν αρκεί να ανοίξεις το παράθυρο

για να δεις τους αγρούς και το ποτάμι.

Δεν αρκεί να μην είσαι τυφλός

για να βλέπεις τα δέντρα και τα φυτά.

Πρέπει επίσης να μην έχεις φιλοσοφία καμία.

Με τη φιλοσοφία δεν υπάρχουν δέντρα: υπάρχουν  μόνο ιδέες.

Υπάρχει μόνο ο καθένας από μας, σαν ένα σπήλαιο.

Υπάρχει μόνο ένα κλειστό παράθυρο, κι όλος ο κόσμος απ΄έξω.

Και το όνειρο αυτού που θα μπορούσες να δεις αν  άνοιγε το παράθυρο,

που δεν είναι ποτέ αυτό που βλέπουμε όταν ανοίγει το παράθυρο.

Μετάφραση Μ. Παπαδήμα


To see the fields and the river

It isn't enough to open the window.

To see the trees and the flowers

It isn't enough not to be blind.

It is also necessary to have no philosophy.

With philosophy there are no trees, just ideas.

There is only each one of us, like a cave.

There is only a shut window, and the whole world outside,

And a dream of what could be seen if the window were opened,

Which is never what is seen when the window is opened.


ANNA ACHMATOVA

7. Молюсь оконному лучу...


Молюсь оконному лучу —

Он бледен, тонок, прям.

Сегодня я с утра молчу,

А сердце — пополам.

На рукомойнике моем

Позеленела медь,

Но так играет луч на нем,

Что весело глядеть.

Такой невинный и простой

В вечерней тишине,

Но в этой храмине пустой

Он словно праздник золотой

И утешенье мне.

Προσεύχομαι στο φως του παραθυριού –


Προσεύχομαι στο φως του παραθυριού –

Είναι ωχρό, φτενό, ίσιο.

Σήμερα σιωπώ απ' το πρωί

Κι η καρδιά – ραγισμένη.

Στον νιφτήρα μου

Πρασίνισε ο χαλκός.

Μα έτσι μαζί του παίζει το φως

Πού να κοιτάς το τέρπεσαι.

Έτσι άκακο και απλό

Στη βραδιάτικη γαλήνη,

Αλλά σε τούτο το άδειο ιερό

Σαν γιορτή είναι χρυσαφένια

Και δική μου απαντοχή.

Μετάφραση Σ. Λειβαδάς

I'm praying to the window ray...


I'm praying to the window ray —

It's pallid, thin, exact.

I have not said a word all day,

Although my heart is cracked.

Over the years, my washstand's color

Became a tint of green.

The playful ray upon its copper

Creates a pleasing scene.

So pure and simple to behold

In night's serenity,

But in this shrine, so bare and cold,

It's like a festival of gold

And comfort onto me.


HILDE DOMIN


8. April

Die Welt riecht süß

nach Gestern.

Düfte sind dauerhaft.


Du öffnest das Fenster.

Alle Frühlinge

kommen herein mit diesem.

Frühling der mehr ist

als grüne Blätter.

Ein Kuß birgt alle Küsse.


Immer dieser glänzend glatte

Himmel über der Stadt,

in den die Straßen fließen.


Du weißt, der Winter

und der Schmerz

sind nichts, was umbringt.


Die Luft riecht heute süß

nach Gestern –

das süß nach Heute roch.



April

The world smell sweetly

of yesterday.

Scents are lasting.


Open the window.

All springs

enter with this one.

A spring that is more

than green leaves.

One kiss holds all kisses.


Always this smoothly glazed

sky over the city

into which the streets flow.


You know winter

and pain

are not killers.


The air today smells sweetly

of yesterday –

which smelled sweetly of today.

Transl. by A. Stein


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ / YANNIS RITSOS


9. ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Δυο άντρες κάθονται σ' ένα παραθαλάσσιο δωμάτιο κοντά στο παράθυρο. Φαίνονται παλιοί φίλοι, που είχαν καιρό ν' ανταμώσουν. Ο ένας μοιάζει θαλασσινός. Ο άλλος -αυτός που μιλάει- όχι. Βραδιάζει αργά - ένα γαλήνιο ανοιξιάτικο απόβραδο, μενεξελί και πορφυρό. Η θάλασσα, αντίκρυ, λάδι, -φωτίζει με πολυκύμαντες ραβδωτές ανταύγειες τα πλευρά των καραβιών, τα σκοινιά, τα κατάρτια, τα σπίτια. Απλά και κάπως κουρασμένα στην αρχή:

Κάθομαι εδώ στο παράθυρο, κοιτάω τους διαβάτες

και κοιτάζομαι μές στα μάτια τους. Θαρρώ πως είμαι

μια σιωπηλή φωτογραφία, μες στην παλαιά κορνίζα της,

κρεμασμέμη έξω απ' το το σπίτι, στο δυτικό τοίχο,

εγώ και το παράθυρό μου.

Κοιτάζω κάποτε ο ίδιος

ετούτη τη φωτογραφία με τα ερωτικά, κουρασμένα της μάτια –

ένας ίσκιος αποκρύβει το στόμα, η επίπεδη λάμψη απ' το τζάμι της κορνίζας,

στιγμές – στιγμές, αντίκρυ στο λιόγερμα ή στο φεγγαρόφωτο,

σκεπάζει ολόκληρο το πρόσωπο, κ' είμαι κρυμμένος

πίσω απόνα τετράγωνο φως, χλωμό ή ασημένιο ή ρόδινο,

και μπορώ ελεύθερα να κοιτάζω τον κόσμο

χωρίς να με βλέπει. Ελεύθερα, – τι να πούμε;

από την «Τέταρτη Διάσταση», 1956-1972, [απόσπασμα]


THE WINDOW

Two men are sitting beside the window of a room overlooking the sea. They seem to be old friends, who have not met for some time. One of them looks like a seaman. The other-the one speaking-does not. Dusk is falling slowly-a peaceful spring evening, violet and purple. The sea before them is like oil, its striped and undulating reflections lighting up the sides of boats, ropes, masts, houses. Simply and somewhat wearily at the beginning:

I sit here, at the window; I watch the passers-by

and see myself through their eyes. I feel as if I am

a silent photograph, in its old-fashioned frame,

hanging outside the house, on the west wall,

I and my window.

Now and then I myself look at

this photograph with its amorous, tired eyes

a shadow hides the mouth; the flat gleam from the glass in the frame,

at certain moments, when facing the sinking sun, or moonlight,

covers the whole face, and I am hidden

behind a square light, pallid or silver or rose,

and I can look freely at the world

without anyone seeing me. Freely-what can one say?

The 4th dimension, (excerpt)


ANTONIA POZZI

10. Riflessi


Parole – vetri

che infedelmente

rispecchiate il mio cielo –

di voi pensai

dopo il tramonto

in una oscura strada

quando sui ciotoli una vetrata cadde

ed i frantumi a lungo

sparsero in terra lume –

Αντανακλάσεις


Λέξεις-γυαλιά

που αβέβαια

αντανακλούσαν τον ουρανό μου -

σας συλλογίστηκα

μετά τη δύση

σε ένα σκοτεινό δρόμο

όταν έσπασε πάνω στις πέτρες

το γυαλί του παραθύρου

και τα συντρίμμια μέχρι μακριά

μοίρασαν φως στη γη -

Μετάφραση Α. Γρίβα

Reflections


Words – glass

that unfaithfully

reflects my sky –

I thought of you

after sunset

in a darkened street

when a pane fell to the stones

and its fragments at length

spread shattered light –

Transl. by N. Benson


BRENDAN BEHAN

11. Open the door Softly


Open the door softly,

Shut it-keep out the draught,

For years and years, I've shed millions of tears,

And never but once have I laughed.

It was the time the holy picture fell,

And knocked me old Granny cold,

While she knitted and sang an old Irish song,

It was by traitors poor old Ulster was sold.

So open the window softly,

For Jaysus' sake, hang an old latch,

Come in and lie down, and afterwards

You can ask me what's the catch.

Before these foreign-born bastards, dear,

See you don't let yourself down,

We'll be the Lion and Unicorn,

My Rose unto your Crown.

ΑΝΟΙΞΕ ΣΙΓΑ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ


Άνοιξε σιγά την πόρτα

Κλείσ' τη για να μην τραβάει

όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα

το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει.

Μόν' μια φορά σαν έπεσε η εικόνα

κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή

κει που 'λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι

πως πούλησαν προδότες τον οδηγητή.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο

Κι ασ' το φυρό για το Χριστό,

Έμπα και κάτσε κι ύστερα

θα σου το πω το μυστικό.

Από τους μπάσταρδους τους ξένους

κρύψε, καλή μου, το χάλι σου

εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο

και ρόδο στο κεφάλι σου.

Μετάφραση Βασίλης Ρώτας


ΧΡΙΣΤΟΣ ΛΑΣΚΑΡΗΣ / CHRISTOS LASKARIS

12. ΣΚΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Τί θλίψη ποὺ ἔκρυβαν τὰ μάτια της

καθὼς ἐκοίταζε

μπρὸς στὸ παράθυρό της μόνη

τὶς λεμονιὲς

ἀκούγοντας

μὲς στὸ ἀπόβραδο φωνές,

ἀπὸ ἀγόρια καὶ κορίτσια ποὺ ἐτρέχανε

φέρνοντας ὡς ἐδῶ

τὴ μακρινή της νιότη.

SHADOW AT THE WINDOW


That hidden sadness in her eyes

as she gazed

in front of her window alone

the lemontrees

listening

to evening voices,

from boys and girls running

bringing up to her

her distant youth.

13. ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ


Ἄνθρωποι ποὺ ταξιδεύουν μόνοι:

κατὰ κανόνα σιωπηλοί,

πιάνοντας θέση σὲ παράθυρο.

Δὲν ἔχουνε ἀποσκευές,

δὲν ἔχουνε κανέναν νὰ τοὺς περιμένει.

Συνέχεια κοιτάζουν ἔξω.

Ἂν κάποιος τοὺς ρωτήσει ποῦ πηγαίνουνε,

μοιάζουν σὰ νὰ 'ρχονται ἀπὸ μακριά·

σὰ νὰ μὴν ἔχουν καταλάβει τὴν ἐρώτηση.

Lonely Travelers


People traveling alone:

mostly silently,

reserving a seat by the window.

They carry no luggage,

no one is waiting for them.

They constantly stare outside.

If someone asks them where they are going,

they seem to come from far away.

Αs if they didn't understand the question.

Transl. by J. Mourjopoulos



ΜΟΝΑ ΣΑΒΒΙΔΟΥ- ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ / MONA SAVVIDOU – THEODOULOU

14. ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΜΝΗΜΗ

ΣΤ'


Θέλω να κοιτάξω μέσα

στο παραθύρι της μνήμης σου

να φέρω τ' αθάνατο νερό

να καθρεφτιστεί το χαμόγελο στο τζάμι

ηλικία φευγάτη

γριάς γυναίκας.

Θέλω να κλάψω

περνώντας έξω απ' το παράθυρό σου

για τα σκαλιά που ανέβηκες

και δεν μπορείς πια να κατεβείς

να δροσίσω

με βασιλικού φύλλα

τη σκέψη σου

να ξεχαστεί η μάνα, η κόρη, η αδερφή

ν'αναδυθεί η γυναίκα

που κέρδισε τη μοναξιά της

σταλιά - σταλιά τη μνήμη.

Θέλω να κοιτάξω μέσα

απ' το παράθυρό σου

από όπου ατενίζεις ανέκφραστη

και δεν τολμώ.

Δικαιούσαι να μείνεις πια μόνη.

Από την ποιητική συλλογή " Το περίσσευμα της σιωπής", Λευκωσία 2003


VI


I want to look inside

the window of your memory

bring the immortal water

have the smile reflected on the glass

the elusive age

of an old woman.

I want to weep

passing outside your window

for the steps you ascended

and can no longer descend

to freshen

with basil leaves

your thought

to cast oblivion on the mother, daughter, sister

to let rise the woman

who has earned her solitude

remembering drop by drop.

I want to look through

your window

where you cast a bland gaze

but I dare not.

You have every right to be on your own.

The residue of silence, Nicosia, 2003 

15. ΜΕ ΚΑΤΟΙΚΟΥΝ


Με κατοικούν οι αναμνήσεις

έρωτες ανθρώπων

έρωτες αγαλμάτων

έρωτες πόλεων

Ανοίγω τα παράθυρα

κι η μουσική τους

δυναμώνει.

Από την ποιητική συλλογή Marginalia, Εκδόσεις Αφή, 2015

DWELLED


I am being dwelled by memories

yearnings of people

yearnings of statues

yearnings of cities

I open the windows

and their music

gets louder.

Transl. by Despina Pirketti


ΕΛΕΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ / ELENA GEORGIOU

16.

το θυμάμαι σαν τώρα

εκείνο το παράθυρο απέναντι

ήταν που άλλο όμοιο δεν είχα δει

αυτή η σιδεριά μπροστά του

σε χρώμα θαλασσί

κι οι γλάροι μικροί μεγάλοι

13 στον αριθμό

τους μέτραγα κάθε πρωί

απλώνοντας απάνω τους

όνειρα παιδικά


17.

άσε το παράθυρο ανοιχτό

άνθισαν τα λεμονόδεντρα

οι πορτοκαλιές τα κίτρα

έρχεται και η αλμύρα

της θάλασσας να τα νοτίσει

το πιστεύεις;

αυτή η αλμύρα

αυτής της θάλασσας

σαν αγιασμός...

άσε το παράθυρο ανοιχτό


ΡΩΞΑΝΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ / ROXANI NICOLAOU

18. ΚΥΟΦΟΡΟΥΣΑΝ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΠΡΩΙΝΟ


Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα

ο ορίζοντας σαρώνει το όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά

-Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα

τι όμορφα που κελαηδούν τ' ανέστια πουλιά!

YEARS HAD BEEN PREGNANT WITH THIS MORNING


Alien light, soundless nail on the body

the horizon is scanning my name.

Softly the window sings

– How beautiful, the hedge with the rotting leaves

how lovely, the homeless birds' song!

Μετάφραση Παναγιώτης Ιωαννίδης

19. Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ


Με δέκα λέξεις μιλώ

με χίλιες σωπαίνω.

Κι όταν από τα δόντια του παραθυριού

μαζεύω τη σημαία της ημέρας μου

και το παρατημένο κέντημα των ωρών

τα δέντρα καληνυχτίζουν το ένα το άλλο

και με σκεπάζουν.

IN THE TENDERNESS OF TREES


With ten words I speak

with a thousand, I silence.

And as from the window's teeth

I gather the flag of my day

and the abandoned stitch of hours

the trees bid each other goodnight

and envelop me.


ΔΑΦΝΗ ΝΙΚΗΤΑ / DAPHNE NIKITA

20. ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Μια διάφανη

μεμβράνη

με καλύπτει

από πάνω μέχρι κάτω

στα χέρια μου κρατώ

ένα παράθυρο

Το μπλε δείπνο, Δάφνη Νικήτα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2020

Window

A transparent

membrane

covers me

from top to bottom

in my arms I hold

a window

Daphne Nikita, "The blue dinner", Kastaniotis Editions, Athens 2022

21. ΠΟΥΛΙΑ

Φυτεύω

δέντρα

στην κουζίνα

κι ύστερα

ανοίγω

τα παράθυρα

να μπούνε

πουλιά

Το γυμνό παγώνι, Δάφνη Νικήτα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2022

Birds

I plant

trees

in the kitchen

and then

ι open

the windows

for birds

to enter

Daphne Nikita, "The naked peacock", Kastaniotis Editions, Athens 2022


ΣΤΑΥΡΟΣ Ξ. ΠΕΤΡΟΥ / STAVROS X. PETROU

22. Πίσω από το παράθυρο

Σκέφτηκα ότι όντως έζησα – φοβερόν.

Το μαρτυρούν χιλιάδες – πώς να σταθώ εγώ ενώπιον τους να τ' αρνηθώ;

Έζησα – το ανακάλυψα σήμερα.

Σήμερα το πρωί – που δεν ήτανε πρωί.

Καθόμουν μισόγυμνος – τι ντροπή που το λέω

πίσω απ' το παράθυρό μου – ως συνήθως

συλλογιζόμουν τα τόσα πρωινά που πέρασα – και ήταν πολλά

χιλιάδες πρωινά – χιλιάδες μάρτυρες

κι αν τα καλέσουν στο δικαστήριο – εγώ τι θα πω;

Αυτά θα πουν πως μαζί ξυπνούσαμε

– πως πίναμε τον καφέ μας μαζί!

Σκέφτηκα ότι όντως έζησα – πλην όμως στο δεύτερο ημιστίχιο

πίσω απ' το παράθυρο – σαν διχοτομημένος στίχος.

Behind the window

I thought I really lived – awesome.

Thousands testify to it – how can I stand before them and deny it?

I lived – I found out today.

This morning that wasn't morning.

I was sitting half naked – what a shame to say

behind my window - as usual

I reflect on the many mornings I spent – and they were many

thousands of mornings – thousands of witnesses

and if they are called to court – what will I say?

They will say that we used to wake up together

– how we used to drink our coffee together!

I thought I really lived – except for the second half

behind the window – like a split verse.

Stavros X. Petrou